Πρόκειται για ένα οικονομικό παράδοξο που «βγάζει μάτι»: Πώς είναι δυνατόν ένα προϊόν που παράγεται στην Ελλάδα, επιβαρύνεται με μεταφορικά έξοδα για να φτάσει στη Λευκωσία και τη Λεμεσό, να πωλείται εκεί σχεδόν 70 λεπτά φθηνότερα από ό,τι στην Αθήνα; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν κρύβεται στους νόμους της αγοράς ή στο κόστος του αργού πετρελαίου, αλλά στις πολιτικές αποφάσεις που λαμβάνονται πίσω από τις κλειστές πόρτες των υπουργείων. Είναι μια διαφορά που δεν είναι απλώς αριθμητική· είναι βαθιά κοινωνική και αναδεικνύει την τεράστια απόσταση ανάμεσα στη δημοσιονομική πολιτική των δύο χωρών.
Η βασική αιτία που η Ελλάδα κατέχει την αρνητική πρωτιά της 4ης ακριβότερης βενζίνης στην Ευρώπη είναι η φορολογία. Στην Ελλάδα, το μεγαλύτερο μέρος του ποσού που καταβάλλει ο οδηγός στο ταμείο του πρατηρίου δεν αφορά την αξία του καυσίμου, αλλά πηγαίνει απευθείας στα κρατικά ταμεία. Η δομή της τιμής στην ελληνική αγορά είναι τέτοια που οι φόροι και οι δασμοί αποτελούν περίπου το 60% της τελικής αξίας του λίτρου.
Συγκεκριμένα, ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (ΕΦΚ) παραμένει σε επίπεδα-ρεκόρ, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της αγοράς και των πολιτών για μείωση. Σε αυτό προστίθεται ο ΦΠΑ 24%, ο οποίος επιβάλλεται όχι μόνο επί της αξίας του καυσίμου, αλλά και επί του ίδιου του ΕΦΚ – δηλαδή πληρώνουμε φόρο πάνω στον φόρο. Αυτή η «διπλή φορολόγηση» δημιουργεί μια ασφυκτική κατάσταση, μετατρέποντας το ρεζερβουάρ του Έλληνα οδηγού σε μια μόνιμη πηγή εσόδων για τον κρατικό προϋπολογισμό, την ώρα που το διαθέσιμο εισόδημα εξαφανίζεται.
Το κυπριακό μοντέλο: Λιγότεροι φόροι, περισσότερη ανάσα
Στην αντίπερα όχθη, η Κύπρος έχει επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο. Παρά το γεγονός ότι είναι μια νησιωτική χώρα με περιορισμένες υποδομές αποθήκευσης και εξαρτάται πλήρως από τις εισαγωγές –κυρίως από την Ελλάδα–, καταφέρνει να διατηρεί τις τιμές σε επίπεδα που επιτρέπουν στους πολίτες της να αναπνεύσουν. Η διαφορά έγκειται στην πολιτική βούληση για συγκράτηση των τιμών.
Η Κύπρος διατηρεί χαμηλότερο συντελεστή ΦΠΑ (19%) και πολύ χαμηλότερο ΕΦΚ σε σχέση με την Ελλάδα. Επιπλέον, η κυπριακή κυβέρνηση έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι δεν διστάζει να προχωρήσει σε έκτακτες μειώσεις φόρων στα καύσιμα όταν οι διεθνείς τιμές εκτοξεύονται, αναγνωρίζοντας ότι η βενζίνη είναι ένα κοινωνικό αγαθό που επηρεάζει την τιμή όλων των προϊόντων. Όταν στην Κύπρο η βενζίνη πωλείται 1,30 ευρώ, το κράτος εισπράττει λιγότερα, αλλά η οικονομία κινείται και ο πληθωρισμός συγκρατείται. Στην Ελλάδα, η εμμονή στη διατήρηση των υψηλών φόρων λειτουργεί ως «βαρίδι» για την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.
Συχνά ακούγεται το επιχείρημα ότι η Ελλάδα έχει υψηλές τιμές λόγω του δύσκολου αναγλύφου της και του κόστους μεταφοράς στα νησιά. Ωστόσο, αυτό το επιχείρημα καταρρέει όταν συγκρίνουμε την τιμή στην ηπειρωτική Ελλάδα με εκείνη της Κύπρου. Η Κύπρος, αν και βρίσκεται γεωγραφικά πιο κοντά στην εύφλεκτη ζώνη της Μέσης Ανατολής και αντιμετωπίζει τους ίδιους –αν όχι μεγαλύτερους– γεωπολιτικούς κινδύνους, δεν χρησιμοποιεί την αστάθεια ως δικαιολογία για ανατιμήσεις.
Η αλήθεια είναι ότι τα ελληνικά διυλιστήρια εξάγουν το καύσιμο στην Κύπρο σε τιμές διεθνούς αγοράς. Το παράδοξο λοιπόν είναι ότι το ελληνικό κράτος επιλέγει να «τιμωρεί» τους δικούς του πολίτες επειδή έχουν το καύσιμο… στην πόρτα τους. Η διαφορά των 50 έως 70 λεπτών στο λίτρο είναι το «τίμημα» που πληρώνει ο Έλληνας οδηγός για τις δημοσιονομικές τρύπες του παρελθόντος και την απροθυμία του οικονομικού επιτελείου να αναζητήσει έσοδα από άλλες πηγές, πέρα από την εύκολη λύση της φορολογίας στην ενέργεια.