Αυτή είναι η ιστορία της Ελληνίδας πίσω από τον Βασιλιά Κάρολο. Όταν γίνεται λόγος για τους ιστορικούς δεσμούς ανάμεσα στη Βρετανική Βασιλική Οικογένεια και την Ελλάδα, το μυαλό των περισσότερων πηγαίνει στη γέννηση του Πρίγκιπα Φιλίππου στο νησί της Κέρκυρας.
Παρ’ όλα αυτά, υπήρξε μια προσωπικότητα από το ίδιο οικογενειακό περιβάλλον που κατάφερε να αφήσει μια ανεξίτηλη και βαθιά συγκινητική σφραγίδα στη νεότερη ιστορία της χώρας μας μέσα από την ανθρωπιστική της δράση.
Η Πριγκίπισσα Αλίκη του Μπάττενμπεργκ, η οποία υπήρξε μητέρα του Φιλίππου και γιαγιά του σημερινού Μονάρχη, επέλεξε να πάρει μια γενναία απόφαση κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Παρέμεινε στην κατεχόμενη Αθήνα κατά την πιο ζοφερή περίοδο της σύγχρονης ιστορίας, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την ίδια της τη ζωή με μοναδικό σκοπό να προστατεύσει και να σώσει ανυπεράσπιστους συνανθρώπους μας.
Με την επίσημη είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στην πρωτεύουσα το 1941, η πλειονότητα των μελών της ελληνικής βασιλικής οικογένειας επέλεξε να εγκαταλείψει τη χώρα. Αντίθετα, η Πριγκίπισσα Αλίκη αρνήθηκε να φύγει και παρέμεινε στην πόλη, αναπτύσσοντας έντονη φιλανθρωπική δραστηριότητα και οργανώνοντας καθημερινά συσσίτια για τους κατοίκους που λιμοκτονούσαν.
Παράλληλα, μετέτρεψε την οικία της, η οποία βρισκόταν κοντά στα Ανάκτορα, σε ένα ασφαλές κρησφύγετο. Εκεί προσέφερε στέγη και προστασία στη Rachel Cohen και στα παιδιά της. Ο Michel Cohen, σύζυγος της Rachel, είχε διατελέσει στενός φίλος και πολύτιμος σύμβουλος του Βασιλιά Γεωργίου Α΄, και η Αλίκη θεώρησε ηθικό της χρέος να κρατήσει την οικογένεια μακριά από τα νύχια των Ναζί.
Η επικίνδυνη αυτή δράση δεν άργησε να προκαλέσει τις υποψίες των αρχών κατοχής. Όταν αξιωματικοί της Γκεστάπο την επισκέφθηκαν αιφνιδιαστικά για να την ανακρίνουν, η Πριγκίπισσα αξιοποίησε με ευφυή τρόπο τη βαρηκοΐα της. Παρότι ήταν σε θέση να διαβάζει με ακρίβεια τα χείλη των συνομιλητών της, προσποιήθηκε ότι αδυνατούσε να κατανοήσει τις ερωτήσεις τους, αναγκάζοντας τους Γερμανούς να αποχωρήσουν άπρακτοι.
Με αυτόν τον τρόπο, η οικογένεια Cohen παρέμεινε ασφαλής στο κρησφύγετο μέχρι και την ημέρα της απελευθέρωσης. Για αυτή την ηρωική της πράξη, το Yad Vashem του Ισραήλ της απένειμε μεταθανάτια το 1993 τον τιμητικό τίτλο της «Δίκαιης των Εθνών».
Μετά τη λήξη του πολέμου, η Αλίκη αποφάσισε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον μοναχισμό. Το 1949 προχώρησε στην ίδρυση της Χριστιανικής Αδελφότητας της Μάρθας και της Μαρίας, μιας ορθόδοξης μοναστικής κοινότητας με πλούσιο νοσηλευτικό και κοινωνικό έργο. Αποβάλλοντας κάθε κοσμική πολυτέλεια, κυκλοφορούσε στους δρόμους της Αθήνας φορώντας αποκλειστικά γκρίζα ράσα, ενώ δεν δίστασε να πουλήσει ακόμη και τα προσωπικά της κοσμήματα για να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες των απόρων. Η εικόνα της προκάλεσε τεράστια εντύπωση το 1953, όταν παρέστη στη στέψη της Βασιλίσσας Ελισάβετ στο Αβαείο του Ουέστμινστερ φορώντας τη μοναχική της ενδυμασία.
Η Πριγκίπισσα Αλίκη έφυγε από τη ζωή το 1969 στο Παλάτι του Μπάκιγχαμ. Σύμφωνα με την τελευταία της επιθυμία, τα λείψανά της μεταφέρθηκαν αργότερα στην Ιερουσαλήμ, όπου αναπαύεται μέχρι σήμερα στο Μοναστήρι της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής. Η πνευματική της κληρονομιά και η αγάπη της για την Ελλάδα επηρέασαν βαθιά τον εγγονό της, καθώς ο Βασιλιάς Κάρολος μεγάλωσε με τις διηγήσεις της, αναπτύσσοντας έκτοτε έναν ισχυρό δεσμό με την Ορθοδοξία και την ελληνική παράδοση.