Ήταν ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ, στις 25 Ιουλίου του 2000. Στον στενό, σκοτεινό παραλιακό δρόμο του Σχοινιά, η ησυχία της νύχτας διακόπτεται ξαφνικά από έναν εφιαλτικό βρυχηθμό. Ριπές από αυτόματα όπλα γαζώνουν την άσφαλτο. Ένα αυτοκίνητο ακινητοποιείται με σκασμένα λάστιχα και θρυμματισμένα τζάμια.
Ο οδηγός του δεν παραδίνεται. Μέσα από τα συντρίμμια, βγάζει το όπλο του και αδειάζει 18 σφαίρες προς το μέρος των εκτελεστών, δίνοντας μια μάχη σώμα με σώμα. Όμως η ενέδρα είναι αμείλικτη. Δύο άνδρες πάνω σε μηχανή μεγάλου κυβισμού, κρυμμένοι πίσω από μαύρα κράνη, πλησιάζουν τον τραυματισμένο άνδρα που σέρνεται στο έδαφος, του καταφέρνουν τη χαριστική βολή και εξαφανίζονται στο σκοτάδι.
Όταν η Αστυνομία φτάνει στη σκηνή, το θέαμα θυμίζει εμπόλεμη ζώνη: 60 κάλυκες διάσπαρτοι στο οδόστρωμα. Ο νεκρός είναι ο 37χρονος Θέμης Καλαποθαράκος — ο αδιαμφισβήτητος «βασιλιάς» της παραλιακής, ο άνθρωπος που για περισσότερο από μία δεκαετία θεωρούνταν ο πιο ισχυρός και «άγγιχτος» νοσός του ελληνικού υποκόσμου.
Δίπλα στο γαζωμένο όχημα, όμως, οι αστυνομικοί εντοπίζουν ένα παράξενο εύρημα: ένα αθλητικό παπούτσι που έχασε ο ένας εκτελεστής πάνω στην αναταραχή. Ένα στοιχείο γεμάτο DNA που πυροδότησε μια αλυσίδα φρικιαστικών γεγονότων στον υπόκοσμο…
Η άνοδος της αυτοκρατορίας: Από τα «φακελάκια» στα εκατομμύρια της παραλιακής
Για να καταλάβει κανείς πώς ο Καλαποθαράκος έγινε ο απόλυτος άρχοντας της νύχτας, πρέπει να γυρίσει πίσω στη δεκαετία του 1980. Η Αθήνα άλλαζε ραγδαία. Νυχτερινά κέντρα, μπουζούκια και κλαμπ ξεπήδαγαν παντού, με το χρήμα να ρέει άφθονο.
Μέχρι τότε, η «προστασία» στα μαγαζιά ήταν υπόθεση γυμνασμένων μπράβων που απλώς στέκονταν στις πόρτες. Ο Θέμης Καλαποθαράκος, όμως, είδε την ευκαιρία διαφορετικά. Με οξυδέρκεια, στρατηγικό μυαλό και χαμηλό προφίλ, κατάφερε να χτίσει συμμαχίες και να μοιράσει την Αθήνα. Εκείνος πήρε το μεγαλύτερο «φιλέτο»: ολόκληρη την παραλιακή ζώνη, τον Πειραιά και τα πιο ακριβά νυχτερινά μαγαζιά της εποχής.
Όταν η Αστυνομία άρχισε αργότερα να ερευνά τα κυκλώματα, ανακάλυψε χειρόγραφες λίστες με ονόματα γνωστών μπαρ και λεσχών. Δίπλα σε κάθε όνομα αναγράφονταν αστρονομικά ποσά — δεκάδες εκατομμύρια δραχμές που εισπράττονταν μηνιαίως για την παροχή «ησυχίας».
Στη δεκαετία του 1990, το παιχνίδι σκλήρυνε δραματικά. Η προστασία πέρασε από τη σωματική βία στα όπλα, τις βόμβες και τη δημιουργία του διαβόητου «Συνδικάτου του Εγκλήματος». Μιας αόρατης ομάδας εκτελεστών που αναλάμβανε συμβόλαια θανάτου με ταρίφα 2 έως 3 εκατομμύρια δραχμές.
Ο ψυχρός εκτελεστής, η βόμβα στο Δήλεσι και οι διασυνδέσεις με τον Αρκάν
Ο Καλαποθαράκος σπάνια λερωμένα τα χέρια του. Για τις «ειδικές αποστολές» χρησιμοποιούσε ανθρώπους με σκοτεινό παρελθόν. Ένας από αυτούς ήταν ο Βασίλης Σούφλας, μόλις 24 ετών, ένας αδίστακτος εκτελεστής που είχε σκοτώσει τους γονείς της κοπέλας του στη Μάνη και αργότερα εκτέλεσε εν ψυχρό έναν σκοπό στρατοπέδου στη Μάνδρα μόνο και μόνο για να του αρπάξει το υπηρεσιακό του όπλο.
Ο Καλαποθαράκος έκρυβε τον Σούφλα ακόμα και σε πολυτελή ξενοδοχεία της Γλυφάδας με το ψευδώνυμο… «Στέφανος Μακρής» — το ονοματεπώνυμο του τότε αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας! Ωστόσο, όταν ο Σούφλας ξέφυγε από κάθε έλεγχο και έγινε επικίνδυνος για το ίδιο το Συνδικάτο, η απόφαση ήταν αμείλικτη: οι ίδιοι οι συνεργάτες του τον εκτέλεσαν, τον έθαψαν σε έναν λάκκο στο Δήλεσι και τον κάλυψαν με τσιμέντο.
Παράλληλα, ο Καλαποθαράκος επέκτεινε τις δραστηριότητές του εκτός συνόρων. Ταξιδεύοντας στη Γερμανία στις αρχές του ’90, συνδέθηκε με τον περιβόητο Σέρβο παραστρατιωτικό Αρκάν. Μέσω αυτής της διασύνδεσης, διοχέτευε στην Ελλάδα όπλα Zastava μέσα σε τουριστικά λεωφορεία από το Βελιγράδι, ενώ έστειλε ακόμη και Έλληνες μπράβους να πολεμήσουν στα Βαλκάνια δίπλα στους διαβόητους «Τίγρεις» του Αρκάν.
Ανάμεσά τους ξεχώρισε ο Θεμιστοκλής Παπαμάλης, ο επονομαζόμενος «Βόσνιος» — ένας πρώην βατραχάνθρωπος που έχασε το μάτι του στις μάχες και μετατράπηκε στον νούμερο ένα κατασκευαστή βομβών για την αθηναϊκή νύχτα. Όταν όμως ο Παπαμάλης αρνήθηκε να δουλεύει αποκλειστικά για τον Καλαποθαράκο, γαζώθηκε με 20 σφαίρες στην Πετρούπολη τον Φεβρουάριο του 2000, ανοίγοντας διάπλατα τον ασκό του Αιόλου.
Η απόπειρα στο Παλαιό Φάληρο και ο αστυνομικός των ΕΚΑΜ
Ο Καλαποθαράκος είχε επιζήσει από αμέτρητες δολοφονικές επιθέσεις, γεγονός που του είχε χαρίσει τον τίτλο του «άτρωτου». Η πιο σοκαριστική από αυτές σημειώθηκε στις 5 Ιουλίου 1996 σε πολυσύχναστο μπαρ στο Παλαιό Φάληρο.
Ενώ ο νοσός έπινε το ποτό του μαζί με το δεξί του χέρι, τον Γιώργο Φραγκογιάννη, ένας 27χρονος άνδρας σηκώθηκε από το μπαρ, έβγαλε πιστόλι 9mm και άρχισε να πυροβολεί εξεπαφής. Ο Φραγκογιάννης έπεσε νεκρός, αλλά ο Καλαποθαράκος, με αντανακλαστικά αιλουροειδούς, βούτηξε πίσω από το βαρύ ξύλινο μπαρ, γλιτώνοντας με ελαφρά τραύματα.
Ο δράστης αποδείχθηκε ότι ήταν ο Ηρακλής Νικολόπουλος — εν ενεργεία αστυφύλακας, πρώην μέλος των ΕΚΑΜ και πρωταθλητής πυγμαχίας! Στο δικαστήριο υποστήριξε ότι έπασχε από ψυχωσική συνδρομή, αλλά η χήρα του Φραγκογιάννη κατέθεσε πως ο αστυνομικός ήθελε να εξοντώσει τους δύο νονούς για να αναλάβει ο ίδιος την προστασία των νυχτερινών κέντρων. Ο αστυνομικός καταδικάστηκε σε ισόβια, και ο μύθος του Καλαποθαράκου γιγαντώθηκε.
Η παράνοια του Σχοινιά και το μοιραίο λάθος
Το καλοκαίρι του 2000, ο αθηναϊκός υπόκοσμος βρισκόταν σε κατάσταση ολοκληρωτικού πολέμου. Οι δολοφονίες διαδέχονταν η μία την άλλη (μεταξύ αυτών των Νίκου και Βασίλη Γρηγοράκου). Ο Καλαποθαράκος γνώριζε ότι ήταν ο επόμενος στόχος.
Καταληφθείς από παράνοια, αποσύρθηκε στην υπερπολυτελή βίλα του στον Σχοινιά. Το κτήμα θύμιζε απόρθητο φρούριο: ψηλοί μαντρότοιχοι, κάμερες ασφαλείας, εκπαιδευμένα σκυλιά. Ο ίδιος κυκλοφορούσε συνεχώς φορώντας αλεξίσφαιρο γιλέκο. Μέσα σε ένα τροχόσπιτο στο κτήμα του, η Αστυνομία ανακάλυψε εκ των υστέρων ένα ολόκληρο οπλοστάσιο: αυτόματα όπλα, ένα ισραηλινό Uzi, υποπολυβόλα, χειροβομβίδες και δεκάδες πυροκροτητές.
Όμως, στις 25 Ιουλίου 2000, έκανε το μοιραίο λάθος. Νιώθοντας μια ψεύτικη αίσθηση ασφάλειας, αντί για κάποιο από τα θωρακισμένα τζιπ του, πήρε τα κλειδιά από το απλό αυτοκίνητο της μητέρας του. Δεν πρόλαβε να διανύσει ούτε 300 μέτρα από την πύλη όταν οι εκτελεστές του έκλεισαν το δρόμο.
Το τσιμέντο της Ελευσίνας και η αποκάλυψη στο Εφετείο
Η δολοφονία του Καλαποθαράκου άφησε πίσω της ένα τεράστιο μυστήριο γύρω από το αθλητικό παπούτσι που ξέμεινε στον τόπο του εγκλήματος.
Στην πιάτσα θρυλείτο ότι εκτελεστής ήταν ο Στέλιος Χατζιδάκης και οδηγός της μηχανής ο Γιάννης Γαβάκης. Ο Γαβάκης δολοφονήθηκε μερικά χρόνια αργότερα, το 2006, στο Μοσχάτο. Ο Χατζιδάκης όμως εξαφανίστηκε για πάντα.
Σύμφωνα με τους ανεπιβεβαίωτους ψιθύρους του υποκόσμου, οι άνθρωποι που παρήγγειλαν το συμβόλαιο θανάτου τρομοκρατήθηκαν από το ενδεχόμενο ταυτοποίησης του DNA από το παπούτσι. Για να κλείσουν κάθε πιθανή διαρροή, άρπαξαν τον ίδιο τους τον εκτελεστή, τον τοποθέτησαν μέσα σε ένα βαρέλι, το γέμισαν με υγρό τσιμέντο και το έριξαν στον βυθό της Ελευσίνας!
Έξι χρόνια αργότερα, το 2006, στο Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, η πρώην σύντροφος του Βασίλη Στεφανάκου έσπασε τον κώδικα σιωπής. Κατέθεσε ότι τη νύχτα της δολοφονίας του Καλαποθαράκου, τα διευθυντικά στελέχη των δυτικών προαστίων πανηγύριζαν, καθώς θεωρούσαν τον Καλαποθαράκο υπεύθυνο για τον θάνατο του συνεργάτη τους, Θεμιστοκλή Παπαμάλη («Βόσνιου»).
Ο κύκλος του αίματος, όμως, δεν έκλεισε εκεί. Όσοι πανηγύρισαν το τέλος του Καλαποθαράκου είχαν την ίδια μοίρα: ο Βασίλης Στεφανάκος εκτελέστηκε το 2018 στο Χαϊδάρι με 29 σφαίρες από Καλάσνικοφ.
Στον κόσμο της νύχτας, η εξουσία αλλάζει χέρια πάντα με τον ίδιο τρόπο. Ο «βασιλιάς» πέθανε, αλλά η πόλη συνέχισε να γυρίζει, υπενθυμίζοντας ότι στο σκοτάδι υπάρχει πάντα κάποιος έτοιμος να τραβήξει τη σκανδάλη για τον επόμενο θρόνο.