Η ετυμηγορία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε την προσφυγή που είχαν καταθέσει η ΑΔΕΔΥ και ένας εκπαιδευτικός, με αίτημα την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο.
Κατά τη διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε κεκλεισμένων των θυρών, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι η μη καταβολή των επιδομάτων δεν συνιστά αντισυνταγματική ρύθμιση ούτε εισάγει δυσμενή διάκριση, ενώ η δημοσίευση της απόφασης αναμένεται το επόμενο διάστημα.
Η υπόθεση αφορούσε το σύνολο των εργαζομένων στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένων των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ.
Αφετηρία αποτέλεσε αγωγή εκπαιδευτικού κατά του Δημοσίου για τα επιδόματα εορτών και αδείας, ενώ απορρίφθηκε και ξεχωριστή αίτηση άλλου εκπαιδευτικού, ενός εκ των περίπου 700.000 δημοσίων υπαλλήλων, ο οποίος διεκδικούσε την επαναφορά των τριών δώρων και αποζημίωση για τα έτη 2023–2024 βάσει του νόμου 3205/2003.
Η ΑΔΕΔΥ παρενέβη υπέρ των αιτούντων και συμμετείχε κανονικά στη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, εκπροσωπώντας το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων.
Η υπόθεση συζητήθηκε από την 29μελή ολομέλεια στις 5 Ιουνίου 2025, υπό την προεδρία του Μιχάλη Πικραμένου, με εισηγητή τον δικαστικό λειτουργό Ιωάννη Μιχαλακόπουλο (σ.σ. εισηγητής στο ΣτΕ).
Στο σκεπτικό της, η Ολομέλεια έκρινε ότι η μη επαναφορά των επιδομάτων δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, ούτε στην ελληνική και ενωσιακή νομοθεσία.
13ος & 14ος μισθός: Ποια θα ήταν η ετήσια επιβάρυνση
Ειδικότερα, αποφάνθηκε ότι δεν υφίσταται άνιση μεταχείριση σε σχέση με τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα, ενώ δεν παραβιάζεται ούτε η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041/ΕΕ.
Οι σύμβουλοι Επικρατείας επισήμαναν ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι υπάγονται σε ιδιαίτερο μισθολογικό καθεστώς, το οποίο διαφοροποιείται από εκείνο του ιδιωτικού τομέα, στοιχείο που δικαιολογεί τη διαφορετική αντιμετώπιση.
Παράλληλα, έκριναν ότι η διατήρηση της κατάργησης των επιδομάτων δεν προσκρούει στις συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας, της ανθρώπινης αξίας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, ούτε θίγει το αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης των δημοσίων υπαλλήλων.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις δημοσιονομικές επιπτώσεις, όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε το Δημόσιο, η επαναφορά των τριών επιδομάτων θα συνεπαγόταν μόνιμη ετήσια επιβάρυνση 1.370.000.000€, ποσό που ανέρχεται σε 1.550.000.000€ ετησίως, εφόσον συνυπολογιστούν οι εργοδοτικές εισφορές.
Με βάση τα δεδομένα αυτά, η Ολομέλεια κατέληξε ότι οι παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες δεν επιτρέπουν την ανάληψη μιας τέτοιας σταθερής και σημαντικής επιβάρυνσης για τον κρατικό προϋπολογισμό.