Με ενισχυμένο «χαρτί» τη συνεπή πορεία της στις αμυντικές δαπάνες προσέρχεται η Ελλάδα στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, όπου θα συμμετάσχει ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Η συνάντηση των ηγετών πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και περίπου έναν χρόνο μετά τη Σύνοδο της Χάγης, όπου τα κράτη-μέλη είχαν συμφωνήσει σε αναβάθμιση των συλλογικών αμυντικών δεσμεύσεων.
Οι νέοι στόχοι του ΝΑΤΟ και η ευρωπαϊκή πίεση
Κεντρικό θέμα των εργασιών αποτελεί η πρόοδος προς τον νέο στόχο για συνολικές αμυντικές και συναφείς δαπάνες που θα φθάνουν το 5% του ΑΕΠ έως το 2035. Από αυτό το ποσοστό, το 3,5% αφορά καθαρά στρατιωτικές δαπάνες, όπως εξοπλιστικά προγράμματα, πυρομαχικά και επιχειρησιακές δυνατότητες, ενώ το υπόλοιπο 1,5% σχετίζεται με υποδομές διττής χρήσης, κυβερνοασφάλεια και ενίσχυση της ανθεκτικότητας των κρατών.
Η συζήτηση συνδέεται άμεσα με την πίεση για πιο ισόρροπη κατανομή βαρών εντός της Συμμαχίας και για ουσιαστική μετατροπή των αμυντικών δαπανών σε πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες.
Η θέση της Ελλάδας και οι αριθμοί των δαπανών
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η Ελλάδα προσέρχεται ως αξιόπιστος σύμμαχος που όχι μόνο τηρεί τις υποχρεώσεις του, αλλά βρίσκεται ήδη κοντά στους νέους στόχους. Οι αμιγώς αμυντικές δαπάνες εκτιμάται ότι το 2026 θα φτάσουν το 3,6% του ΑΕΠ, από 2,75% το 2025 και 2,74% το 2024.
Με βάση αυτά τα στοιχεία, η χώρα συγκαταλέγεται στην πρώτη πεντάδα των κρατών-μελών που υπερβαίνουν τον στόχο του 3,5%, μαζί με την Πολωνία, την Εσθονία, τη Λετονία και τη Λιθουανία. Παράλληλα, η Αθήνα υποστηρίζει ότι καλύπτει και το πρόσθετο σκέλος της συμμαχικής δέσμευσης, που αφορά επενδύσεις σε υποδομές, αμυντική βιομηχανία και ανθεκτικότητα.
Το ελληνικό πρόγραμμα και η ευρωπαϊκή διάσταση της άμυνας
Η κυβέρνηση συνδέει τη στρατηγική αυτή με το δωδεκαετές εξοπλιστικό πρόγραμμα των Ενόπλων Δυνάμεων, ύψους 25 δισ. ευρώ, μέσω του οποίου επιδιώκεται ο εκσυγχρονισμός κρίσιμων οπλικών συστημάτων και η ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναμένεται να επαναλάβει τη θέση ότι η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει περισσότερο στην άμυνά της και να αναπτύξει ισχυρότερο πυλώνα στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ, χωρίς αυτό να λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, όπως υποστηρίζει η ελληνική πλευρά, μια πιο ισχυρή ευρωπαϊκή άμυνα ενισχύει συνολικά την Ατλαντική Συμμαχία.
Η Σύνοδος και το διπλωματικό παρασκήνιο
Το επίσημο πρόγραμμα της Συνόδου ξεκινά με το δείπνο που παραθέτουν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και η σύζυγός του προς τιμήν των ηγετών, με συμμετοχή και κορυφαίων ευρωπαϊκών και διεθνών αξιωματούχων, καθώς και των προέδρων Ουκρανίας και Νότιας Κορέας.
Παρά την παρουσία Μητσοτάκη και Ερντογάν στον ίδιο χώρο, δεν προβλέπεται, σύμφωνα με τον προγραμματισμό, διμερής συνάντηση στο περιθώριο των εργασιών. Στο επίκεντρο του συνολικού διαλόγου παραμένει και το ζήτημα του επιμερισμού των αμυντικών βαρών, με την Ελλάδα να επιχειρεί να αναδείξει τη διαχρονική συνέπειά της στις υποχρεώσεις της Συμμαχίας.
Η ελληνική στρατηγική στο ΝΑΤΟ
Η Αθήνα επιδιώκει να αξιοποιήσει τη σταθερή παρουσία της στις αμυντικές δαπάνες, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η συλλογική ασφάλεια απαιτεί όχι μόνο πολιτικές δεσμεύσεις αλλά και σταθερές επενδύσεις με πραγματικό επιχειρησιακό αποτύπωμα. Το μήνυμα της ελληνικής πλευράς είναι ότι η χώρα βρίσκεται ήδη στον πυρήνα των συμμάχων που επενδύουν σημαντικό μέρος του ΑΕΠ τους στην άμυνα και επιδιώκουν ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.