Μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της αμερικανικής διαχείρισης της πανδημίας της Covid-19 παίρνει νέα τροπή, καθώς ο Ντέιβιντ Μόρενς, πρώην ανώτερος συνεργάτης του Άντονι Φάουτσι, δήλωσε ένοχος για συνωμοσία με στόχο την παράκαμψη της αμερικανικής νομοθεσίας περί πρόσβασης σε δημόσια αρχεία. Ο 78χρονος Μόρενς, ο οποίος κατά τη διάρκεια της πανδημίας κατείχε υψηλόβαθμη θέση στο Εθνικό Ινστιτούτο Αλλεργιών και Λοιμωδών Νοσημάτων (NIAID) υπό τον Φάουτσι, εμφανίστηκε ενώπιον ομοσπονδιακού δικαστηρίου στο Μέριλαντ και παραδέχθηκε την ενοχή του. Η υπόθεση αφορά κυβερνητικές επικοινωνίες και έγγραφα που σχετίζονταν με τη χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων για την Covid-19, αλλά και με τις έρευνες γύρω από την προέλευση του κορωνοϊού.
Η συμφωνία για τα προσωπικά email
Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, ο Μόρενς και άλλα πρόσωπα γνώριζαν ότι οι υπηρεσιακές τους επικοινωνίες θα μπορούσαν να ζητηθούν μέσω του Freedom of Information Act (FOIA), του αμερικανικού νόμου που επιτρέπει στους πολίτες και στα μέσα ενημέρωσης να ζητούν πρόσβαση σε κυβερνητικά αρχεία. Το κατηγορητήριο υποστηρίζει ότι, ακριβώς λόγω αυτού του ενδεχομένου, αποφάσισαν να χρησιμοποιούν τον προσωπικό λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Μόρενς, αντί για τον επίσημο κυβερνητικό του λογαριασμό.
Η επιλογή αυτή βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της ποινικής υπόθεσης, καθώς οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι δεν επρόκειτο απλώς για έναν διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας, αλλά για οργανωμένη προσπάθεια να καταστούν οι συγκεκριμένες συνομιλίες δυσκολότερο να εντοπιστούν και να παραδοθούν στο πλαίσιο αιτημάτων FOIA. Η παραδοχή ενοχής του Μόρενς προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην υπόθεση, καθώς προέρχεται από άνθρωπο που βρισκόταν μέσα στον κρατικό μηχανισμό την περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ αντιμετώπιζαν τη μεγαλύτερη υγειονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών.
Στο βάθος η χρηματοδότηση ερευνών στη Γουχάν
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον εξαιτίας της σύνδεσής της με τη χρηματοδότηση ερευνών για κορωνοϊούς που αφορούσαν νυχτερίδες. Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, οι επικοινωνίες του Μόρενς συνδέονται με την απόφαση των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ (NIH) να ακυρώσουν ερευνητική επιχορήγηση που αφορούσε κορωνοϊούς.
Μέρος της χρηματοδότησης είχε φτάσει σε κινεζικό εργαστήριο μέσω της εταιρείας που είχε λάβει αρχικά την επιχορήγηση. Η συγκεκριμένη εξέλιξη απέκτησε ιδιαίτερη πολιτική και επιστημονική σημασία, καθώς συνέπεσε με τις αυξανόμενες συζητήσεις στις ΗΠΑ σχετικά με το ενδεχόμενο ο ιός SARS-CoV-2 να συνδέεται με εργαστηριακή δραστηριότητα στη Γουχάν. Η παραδοχή ενοχής του Μόρενς δεν αποδεικνύει από μόνη της την προέλευση του κορωνοϊού, ούτε αποτελεί απόδειξη ότι υπήρξε εργαστηριακή διαρροή. Αναδεικνύει, όμως, ένα διαφορετικό και κρίσιμο ζήτημα: τον τρόπο με τον οποίο κυβερνητικοί αξιωματούχοι χειρίστηκαν τις επικοινωνίες και τα δημόσια αρχεία σε μια περίοδο εξαιρετικά υψηλής πολιτικής και κοινωνικής έντασης.
Μια υπόθεση για τη διαφάνεια της κυβέρνησης
Το ζήτημα ξεπερνά, επομένως, το πρόσωπο του Μόρενς. Αγγίζει την ίδια τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και την υποχρέωση των κρατικών αξιωματούχων να διατηρούν αρχεία των επίσημων δραστηριοτήτων τους. Ο FOIA αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς διαφάνειας της αμερικανικής κυβέρνησης. Η δυνατότητα πρόσβασης σε κυβερνητικά έγγραφα επιτρέπει σε δημοσιογράφους, ερευνητές και πολίτες να ελέγχουν τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις και διαχειρίζονται τα δημόσια χρήματα. Γι’ αυτό και η χρήση προσωπικών λογαριασμών για κυβερνητικές επικοινωνίες μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη νομική βαρύτητα, όταν αποδεικνύεται ότι χρησιμοποιείται με σκοπό την αποφυγή των μηχανισμών διαφάνειας.
Με τη δήλωση ενοχής του, ο Μόρενς αναλαμβάνει πλέον τις συνέπειες της υπόθεσης, ενώ αντιμετωπίζει ποινή φυλάκισης που μπορεί να φτάσει έως και τα πέντε έτη. «Δηλώνοντας ένοχος σήμερα, ο δρ Μόρενς ανέλαβε την ευθύνη για όσα έκανε και θα συνεχίσει να το πράττει», δήλωσε ο δικηγόρος του, Τίμοθι Μπέλεβετζ. Η εξέλιξη αναμένεται να προκαλέσει νέο κύκλο συζητήσεων στην Ουάσινγκτον, καθώς η υπόθεση συνδέεται με μια από τις πιο αμφιλεγόμενες περιόδους της σύγχρονης αμερικανικής πολιτικής: τη διαχείριση της πανδημίας, τις κυβερνητικές χρηματοδοτήσεις για την έρευνα των κορωνοϊών και τη διαρκή αντιπαράθεση γύρω από το τι γνώριζαν οι αμερικανικές αρχές και πότε.
Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση Μόρενς υπενθυμίζει ότι η διαφάνεια δεν είναι απλώς μια διοικητική διαδικασία. Σε περιόδους κρίσης, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.