Ο Στέφανος Μάνος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών, έχοντας αφήσει πίσω του μια πολιτική διαδρομή που εκτεινόταν σε περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Ο θάνατός του σηματοδοτεί το τέλος μιας ιδιαίτερης πολιτικής παρουσίας, ενός ανθρώπου που συνδέθηκε με την έννοια της φιλελεύθερης μεταρρύθμισης, αλλά και με συγκρούσεις που πολλές φορές ξεπερνούσαν τα στενά κομματικά όρια.
Ο Μάνος υπήρξε Υπουργός Περιβάλλοντος, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, ιδρυτής του κόμματος των Φιλελευθέρων και αργότερα συνιδρυτής της «Δράσης». Η πολιτική του πορεία χαρακτηρίστηκε από την επίμονη υποστήριξη της οικονομικής ελευθερίας, του ανταγωνισμού, της μεταρρύθμισης του κράτους και της ανάγκης περιορισμού των στρεβλώσεων που, κατά την άποψή του, παρήγαγε το ελληνικό πολιτικοοικονομικό σύστημα.
Από τις σπουδές και τις επιχειρήσεις στην πολιτική
Γεννημένος στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1939, ο Στέφανος Μάνος μεγάλωσε σε οικογένεια με ισχυρό επιστημονικό και κοινωνικό υπόβαθρο. Ο πατέρας του, Αλέξανδρος Μάνος, ήταν χειρουργός και είχε διατελέσει διευθυντής του «Ευαγγελισμού». Ο ίδιος ακολούθησε μια διαδρομή που απείχε αρχικά από την πολιτική. Σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός με ειδίκευση στην αεροδυναμική στο Πολυτεχνείο της Ζυρίχης και στη συνέχεια απέκτησε MBA από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.
Πριν περάσει στην ενεργό πολιτική, εργάστηκε στον επιχειρηματικό χώρο και ανέλαβε σημαντικές διοικητικές θέσεις στην «Αλλατίνη Α.Ε.». Η εμπειρία αυτή θα επηρέαζε αργότερα και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τη λειτουργία του κράτους: με όρους αποτελεσματικότητας, παραγωγικότητας, κόστους και λογοδοσίας. Το 1977 αποφάσισε να εγκαταλείψει τον επιχειρηματικό χώρο και να εισέλθει στην πολιτική.
Η Νέα Δημοκρατία και τα υπουργικά έδρανα
Την ίδια χρονιά εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Β΄ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία και ξεκίνησε μια μακρά κοινοβουλευτική και κυβερνητική πορεία. Ανέλαβε αρχικά τη θέση του υφυπουργού Δημοσίων Έργων και στη συνέχεια πέρασε από σειρά υπουργικών χαρτοφυλακίων. Στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη διετέλεσε υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, ενώ αργότερα ανέλαβε το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
Ήταν μια περίοδος κατά την οποία η Ελλάδα βρισκόταν αντιμέτωπη με σημαντικές δημοσιονομικές και διαρθρωτικές αδυναμίες. Ο Μάνος αντιμετώπιζε τα προβλήματα αυτά μέσα από ένα σαφές μεταρρυθμιστικό πρίσμα: μικρότερο κράτος, μεγαλύτερος ανταγωνισμός και περιορισμός των κρατικών μονοπωλίων.
Ο πολιτικός που επιχείρησε να αλλάξει την Αθήνα
Ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτικής του παρακαταθήκης βρίσκεται στις παρεμβάσεις του για το περιβάλλον και την Αθήνα. Κατά τη διάρκεια της υπουργικής του θητείας προωθήθηκαν αυστηρότεροι περιβαλλοντικοί κανόνες, μέτρα προστασίας παραδοσιακών οικισμών και πολιτικές για τον περιορισμό της βιομηχανικής ρύπανσης.
Παράλληλα, συνδέθηκε με την πεζοδρόμηση της Πλάκας, την απομάκρυνση δραστηριοτήτων που επιβάρυναν την περιοχή, τη δημιουργία λεωφορειοδρόμων και την ενίσχυση των δημόσιων συγκοινωνιών. Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκε και η προσπάθεια μεταφοράς του εργοστασίου Γκαζιού από το κέντρο της Αθήνας προς την Ελευσίνα. Οι παρεμβάσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν ιδωθούν μέσα από τη σημερινή συζήτηση για την αστική βιωσιμότητα, την περιβαλλοντική προστασία και τη διαχείριση του δημόσιου χώρου.
Στην οικονομική πολιτική, ο Στέφανος Μάνος υπήρξε ακόμη πιο σαφής.Υποστήριξε την ανάγκη απελευθέρωσης αγορών και περιορισμού της μονοπωλιακής παρουσίας του Δημοσίου. Προώθησε νομοθετικές αλλαγές που συνδέθηκαν με την ανάπτυξη της κινητής τηλεφωνίας και την προσπάθεια μεταβολής του καθεστώτος λειτουργίας μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων. Η βασική του αντίληψη ήταν ότι η οικονομία δεν μπορούσε να γίνει ανταγωνιστικότερη εάν το κράτος παρέμενε ταυτόχρονα ρυθμιστής, ιδιοκτήτης και επιχειρηματίας. Αυτός ο τρόπος σκέψης τον έφερε αρκετές φορές αντιμέτωπο με το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο της εποχής.
Η ρήξη με τη Νέα Δημοκρατία
Το 1998 ήρθε η μεγάλη πολιτική ρήξη. Η σύγκρουσή του με τον τότε πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας, Κώστα Καραμανλή, οδήγησε στη διαγραφή του από το κόμμα. Για τον Μάνο, ωστόσο, η αποχώρηση από τη Νέα Δημοκρατία δεν σήμανε και αποχώρηση από την πολιτική.
Το 1999 ίδρυσε το κόμμα των Φιλελευθέρων, επιχειρώντας να δημιουργήσει έναν αυτόνομο πολιτικό φορέα που θα εξέφραζε με μεγαλύτερη καθαρότητα τις φιλελεύθερες οικονομικές και θεσμικές του αντιλήψεις. Το 2004 εξελέγη βουλευτής Επικρατείας ως ανεξάρτητος συνεργαζόμενος με το ΠΑΣΟΚ, ενώ το 2009 συνίδρυσε τη «Δράση», μαζί με τον Βασίλη Κοντογιαννόπουλο και τον Γιάννη Μπουτάρη.
Ο Στέφανος Μάνος δεν υπήρξε ποτέ ο πολιτικός της εύκολης συναίνεσης. Η επιμονή του σε μεταρρυθμίσεις, η συχνά απόλυτη διατύπωση των θέσεών του και η διάθεσή του να συγκρούεται ακόμη και με πολιτικούς χώρους στους οποίους ανήκε, δημιούργησαν μια ιδιαίτερη σχέση με την κοινή γνώμη. Για τους υποστηρικτές του, ήταν ένας από τους λίγους πολιτικούς που επέμεναν στην ορθολογική διαχείριση, τη δημοσιονομική πειθαρχία και τον εκσυγχρονισμό χωρίς να υπολογίζουν το άμεσο πολιτικό κόστος. Για τους επικριτές του, πολλές από τις προτάσεις του ήταν υπερβολικά προσανατολισμένες στη λογική της αγοράς και ανεπαρκώς προσαρμοσμένες στις κοινωνικές ιδιαιτερότητες της Ελλάδας. Ακριβώς αυτή η αντιφατική αποτίμηση αποτελεί μέρος της πολιτικής του κληρονομιάς.
Η παρακαταθήκη του
Ο Στέφανος Μάνος αποχωρεί από τη ζωή έχοντας αφήσει ένα αποτύπωμα που δεν περιορίζεται στις υπουργικές του θέσεις ή στις κομματικές του διαδρομές. Η πολιτική του παρουσία συνδέθηκε με μια διαφορετική αντίληψη για το κράτος: λιγότερη κρατική επιχειρηματικότητα, περισσότερος ανταγωνισμός, αυστηρότεροι κανόνες, οικονομικός εξορθολογισμός και θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Πολλές από τις ιδέες που υποστήριξε επί δεκαετίες εξακολουθούν να βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Ο Στέφανος Μάνος υπήρξε, τελικά, ένας πολιτικός που δύσκολα μπορούσε να περάσει απαρατήρητος. Είτε κάποιος συμφωνούσε είτε διαφωνούσε μαζί του, η παρουσία του στη μεταπολιτευτική Ελλάδα υπήρξε επιδραστική, συγκρουσιακή και βαθιά μεταρρυθμιστική. Με τον θάνατό του κλείνει ένα σημαντικό κεφάλαιο μιας γενιάς πολιτικών που διαμόρφωσαν τη συζήτηση για το κράτος, την οικονομία και τον εκσυγχρονισμό της χώρας.