Ο Σύλλογος Συγγενών Θανόντων και Εγκαυματιών της 23ης Ιουλίου 2018 στην Ανατολική Αττική τοποθετήθηκε δημόσια με ανακοίνωσή του, εν όψει της έναρξης της νέας δίκης στο Εφετείο εντός του μήνα. Στο επίκεντρο της διαδικασίας βρίσκεται το αίτημα τριών εκ των καταδικασθέντων για την τραγωδία στο Μάτι, οι οποίοι διεκδικούν την αναγνώριση του ελαφρυντικού του σύννομου βίου.
«Δεν έχουν απαντηθεί όλα τα ερωτήματα»
Εκφράζοντας την έντονη ανησυχία και τον προβληματισμό τους, οι συγγενείς σημειώνουν: «Καλούμαστε να συζητήσουμε την ελάφρυνση των ποινών… ενώ δεν έχουν απαντηθεί όλα τα ερωτήματα της υπόθεσης» αναφέρουν αρχικά και συνεχίζουν πως «ενώ η ενοχή τους έχει κριθεί αμετάκλητα, πώς εξηγείται όμως αυτή η εξέλιξη;».
Η δικαστική διαδικασία, που έχει οριστεί για τις 16 Σεπτεμβρίου, πραγματοποιείται κατόπιν σχετικής απόφασης του Αρείου Πάγου. Το ανώτατο δικαστήριο επικύρωσε αμετάκλητα την ενοχή των εμπλεκομένων, κάνοντας παράλληλα δεκτό το σκέλος των προσφυγών που αφορούσε αποκλειστικά την επανεξέταση της απόρριψης του ελαφρυντικού του σύννομου βίου για τους Σωτήρη Τερζούδη, Βασίλη Ματθαιόπουλο και Ιωάννη Καπάκη.
Ολόκληρη η ανακοίνωση του Συλλόγου
«Στις 16 Σεπτεμβρίου επιστρέφουν στο Εφετείο 3 εκ των καταδικασθέντων για την υπόθεση της 23ης Ιουλίου 2018, ζητώντας να εξεταστεί το “ελαφρυντικό” του “σύννομου βίου” τους και πιθανή ευνοϊκότερη ποινική μεταχείριση τους. Ενώ η ενοχή τους έχει κριθεί αμετάκλητα. Ενώ η απόφαση του Αρείου Πάγου αναφέρει ξεκάθαρα πως, “με τις πράξεις και τις παραλείψεις τους σκότωσαν πολίτες και προκάλεσαν τις μόνιμες σωματικές βλάβες πολιτών”. Και ενώ δεν έχουν απαντηθεί όλα τα ερωτήματα της υπόθεσης. Πώς εξηγείται όμως αυτή η εξέλιξη; Μια ποινική δίκη δεν αρχίζει στο ακροατήριο. Προηγούνται η προανάκριση και η ανάκριση, η συλλογή και αξιολόγηση στοιχείων, η εξέταση μαρτύρων και η διερεύνηση ευθυνών. Από αυτή τη διαδικασία διαμορφώνονται η δικογραφία, τα βουλεύματα και τελικά το κατηγορητήριο.
Θύματα και συγγενείς που έχουμε γνώση της δικογραφίας, αλλά και όσων απουσιάζουν από αυτήν, αντιλαμβανόμαστε συνεχώς ότι αυτή η διαδρομή για την υπόθεση μας δεν υπήρξε πλήρης. Αντιθέτως, κατά πως φάνηκε κατά την διαδικασία και εκ των αποτελεσμάτων, υπήρξαν σημαντικά λάθη και ελλείψεις ήδη από τα πρώτα στάδια της διερεύνησης, που επηρέασαν την περαιτέρω δικαστική εξέλιξη. Και αντιλαμβανόμαστε ότι δεν δικάστηκε ολόκληρη η υπόθεση. Γιατί όταν μια ευθύνη δεν διερευνάται, δεν φτάνει στο δικαστήριο. Όταν ένα στοιχείο δεν αναζητείται ή δεν αξιολογείται, δεν αποτελεί αντικείμενο κρίσης. Και όταν μια πράξη ενός προσώπου δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, το δικαστήριο δεν μπορεί να την κρίνει. Έτσι δημιουργείται μια αλυσίδα: ελλιπής διερεύνηση – ελλιπής εικόνα της υπόθεσης – περιορισμένο κατηγορητήριο – περιορισμένη δικαστική κρίση. Τα αποτελέσματα αυτής της πορείας εξακολουθούν να μας απασχολούν, αφού ακόμη και σήμερα υπάρχουν ζητήματα θυμάτων που, παρότι είχαν τεθεί υπόψη των αρμοδίων, δεν έφτασαν στη δικαστική διαδικασία όπως θα αναμέναμε: Εγκαυματίες που δεν περιλήφθηκαν στην πρώτη δικαστική διαδικασία και χρειάστηκε νέα δίκη, η οποία αναμένεται να εκκινήσει, για να εξεταστούν εκ νέου ευθύνες. Σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τον ομαδικό τάφο και τη σορό γυναίκας, για τα οποία καταθέσαμε στις δίκες που προηγήθηκαν, που δεν διερευνήθηκαν όπως απαιτούσε η σοβαρότητά τους. Για τα οποία επανερχόμαστε με επίσημα στοιχεία.
Και όμως, καλούμαστε να συζητήσουμε την ελάφρυνση των ποινών.
Δεν αμφισβητούμε τα δικαιώματα κανενός, εφόσον μια δικαστική κρίση στηρίζεται σε πλήρη και ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης για την οποία κρίνονται. Πώς μπορεί, όμως, μια υπόθεση να θεωρείται πραγματικά ολοκληρωμένη όσο παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα που δεν έχουν ακόμη κριθεί; Δεν προδικάζουμε την απάντηση. Θέτουμε το ερώτημα που γεννάται από την πορεία της υπόθεσης που έχει άμεση σχέση και με τη δίκη της 16ης Σεπτεμβρίου. Το δικαίωμα κάθε καταδικασθέντος να ζητήσει ελαφρυντικά είναι αυτονόητο. Όμως, ο “σύννομος βίος” δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένος από τη στάση του ανθρώπου όταν επηρεάζει την εξέλιξη μιας τέτοιας τραγωδίας. Και η “μεταμέλεια” δεν μπορεί να είναι μόνο μια δικονομική διατύπωση όταν δεν αποδεικνύεται απέναντι στα γεγονότα και στα ίδια τα θύματα.
Θύματα και συγγενείς γνωρίζουμε βιωματικά όσα συνέβησαν πραγματικά στις 23 Ιουλίου 2018. Και γνωρίζουμε βιωματικά όσα ακολούθησαν και όσα ζήσαμε και στις δίκες.
Στις 16 Σεπτεμβρίου θα είμαστε εκεί, για να καταθέσουμε και πάλι. Και από πλευράς μας ένα είναι σίγουρο: Η αλήθεια πρέπει να έχει και εκεί την ευκαιρία να ακουστεί».
Το χρονικό της φονικής πυρκαγιάς στο Μάτι
Το απόγευμα της 23ης Ιουλίου 2018, μια πυρκαγιά που ξεκίνησε από το Νταού Πεντέλης εξελίχθηκε μέσα σε λίγες ώρες σε μία από τις φονικότερες τραγωδίες στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Ενισχυμένη από ακραίους, θυελλώδεις ανέμους που ξεπερνούσαν τα 9 μποφόρ, η φωτιά κατηφόρισε ανεξέλεγκτη προς την Ανατολική Αττική, διασχίζοντας τη Λεωφόρο Μαραθώνος και εισβάλλοντας αστραπιαία στους οικισμούς Νέος Βούτζας, Μάτι και Κόκκινο Λιμανάκι. Η ταχύτητα με την οποία εξαρθρώθηκε το μέτωπο δεν άφησε περιθώρια αντίδρασης, ενώ η παντελής έλλειψη οργανωμένου σχεδίου εκκένωσης και ο συνωστισμός στους στενούς, αδιέξοδους δρόμους παγίδευσαν εκατοντάδες κατοίκους και παραθεριστές μέσα στα οχήματά τους και τις κατοικίες τους.
Στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν από την πύρινη λαίλαπα, εκατοντάδες άνθρωποι κατέφυγαν στις ακτές και έπεσαν στη θάλασσα για να σωθούν, παραμένοντας στο νερό για ώρες μέσα σε πυκνούς καπνούς και υψηλές θερμοκρασίες. Παρά τις ηρωικές προσπάθειες ιδιωτών, αλιέων και του Λιμενικού Σώματος που διέσωσαν εκατοντάδες εγκλωβισμένους από τις ακτές, η καταστροφή αποδείχθηκε ανείπωτη: 104 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, δεκάδες τραυματίστηκαν ή υπέστησαν σοβαρά εγκαύματα, ενώ ολόκληρες περιοχές αποτεφρώθηκαν πλήρως. Η τραγωδία στο Μάτι αποκάλυψε σοβαρές διαχρονικές δυσλειτουργίες του κρατικού μηχανισμού, αφήνοντας πίσω της ένα ανεξίτηλο συλλογικό τραύμα.