Η Μέριλιν Μπερζερόν εξαφανίστηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2008 από το Κεμπέκ του Καναδά και, μέχρι σήμερα, η τύχη της παραμένει άγνωστη. Η υπόθεση εξακολουθεί να απασχολεί τις αρχές και την οικογένειά της, ενώ κατά καιρούς έχουν εμφανιστεί μαρτυρίες ανθρώπων που υποστήριξαν ότι την είδαν σε περιοχές του Οντάριο. Η Μέριλιν γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1983 στο Σικουτίμι. Η οικογένειά της μετακόμισε στην περιοχή του Κεμπέκ όταν εκείνη ήταν έφηβη. Από μικρή είχε ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική και αργότερα σπούδασε τέχνες των μέσων και τεχνολογία. Το 2005 μετακόμισε στο Μόντρεαλ, όπου εργάστηκε σε κατάστημα μουσικής, έκανε εργασίες ηχητικής επεξεργασίας για τηλεοπτικούς σταθμούς και παράλληλα εκπαιδευόταν στον χρηματοοικονομικό τομέα.
Η επιστροφή στο Κεμπέκ
Στις αρχές του 2008, όμως, η συμπεριφορά της άρχισε να αλλάζει. Η Μέριλιν έλεγε στην οικογένειά της ότι δεν αισθανόταν πλέον ασφαλής στο Μόντρεαλ και ότι ήθελε να επιστρέψει στο πατρικό της σπίτι στο Κεμπέκ. Μάλιστα, είχε υποσχεθεί στη μητέρα της ότι κάποια στιγμή θα της εξηγούσε τι ακριβώς είχε συμβεί. Στις 10 Φεβρουαρίου εγκατέλειψε ξαφνικά το διαμέρισμά της στο Μόντρεαλ και επέστρεψε στην οικογένειά της. Τις επόμενες ημέρες έκανε μερικά ακόμη ταξίδια για να πάρει τα προσωπικά της αντικείμενα. Οι δικοί της άνθρωποι παρατήρησαν ότι κάτι την απασχολούσε έντονα. Η αδελφή της, Ναταλί, είχε περιγράψει αργότερα ότι η Μέριλιν έκλαιγε και δεν ήθελε να μιλήσει για όσα είχαν συμβεί. Όταν η μητέρα της τη ρώτησε αν είχε πέσει θύμα επίθεσης, εκείνη δεν απάντησε, αλλά άρχισε να κλαίει.
Το πρωί της 17ης Φεβρουαρίου 2008, μία ημέρα αφότου είχε ολοκληρώσει τη μετακόμισή της από το Μόντρεαλ, η Μέριλιν είπε στους γονείς της ότι θα έβγαινε για έναν περίπατο. Φορούσε μαύρο μακρύ παλτό με γκρι γούνινο τελείωμα και σουέντ μπότες. Πήρε μαζί της την πιστωτική της κάρτα, αλλά άφησε στο σπίτι άλλα προσωπικά έγγραφα ταυτοποίησης. Λίγο μετά τις 11 το πρωί καταγράφηκε από κάμερα ασφαλείας σε ΑΤΜ στη Λορετβίλ. Προσπάθησε να κάνει ανάληψη 60 καναδικών δολαρίων, όμως η συναλλαγή απορρίφθηκε. Στο βίντεο φαίνεται να κοιτάζει αρκετές φορές πίσω της, ενώ στον ώμο της είχε ένα μαύρο σακίδιο. Η τελευταία επιβεβαιωμένη παρουσία της καταγράφηκε στις 4:03 το απόγευμα σε Café Dépôt στο Saint-Romuald, περίπου 20 χιλιόμετρα από το σπίτι της. Αγόρασε έναν καφέ και πλήρωσε με την πιστωτική της κάρτα. Ο υπάλληλος που την εξυπηρέτησε δήλωσε ότι φαινόταν στενοχωρημένη και σαν να ήθελε να φύγει γρήγορα. Από εκείνο το σημείο και μετά, τα ίχνη της χάνονται.
Οι έρευνες και οι διαφορετικές εκδοχές
Η οικογένεια δήλωσε την εξαφάνισή της στην αστυνομία του Κεμπέκ. Ακολούθησαν έρευνες, διανομή φυλλαδίων και δημόσιες εκκλήσεις για πληροφορίες. Η οικογένεια προσέφερε αρχικά αμοιβή 10.000 καναδικών δολαρίων, η οποία αργότερα αυξήθηκε στις 30.000. Οι αρχές του Κεμπέκ εξέτασαν και το ενδεχόμενο η Μέριλιν να έβαλε τέλος στη ζωή της. Η οικογένειά της, ωστόσο, δεν πείστηκε ποτέ από αυτό το ενδεχόμενο και υποστήριξε ότι πρέπει να εξεταστεί σοβαρά η πιθανότητα εγκληματικής ενέργειας.
Ιδιαίτερη σημασία είχε μία μαρτυρία του φίλου της Τζόναθαν Γκοτιέ. Σύμφωνα με όσα δήλωσε, είχε συναντήσει τη Μέριλιν στο Μόντρεαλ λίγους μήνες πριν εξαφανιστεί και είχε διαπιστώσει ότι ήταν ιδιαίτερα φοβισμένη και κλειστή στον εαυτό της. Όταν τη ρώτησε αν είχε πέσει θύμα βιασμού ή αν είχε γίνει μάρτυρας κάποιου εγκλήματος, εκείνη το αρνήθηκε. Του είπε, όμως, ότι αυτό που είχε συμβεί ήταν «χειρότερο». Δεν θέλησε να του εξηγήσει τι είχε συμβεί και, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε την εντύπωση ότι η Μέριλιν φοβόταν μήπως βάλει και εκείνον σε κίνδυνο.
Τα επόμενα χρόνια εμφανίστηκαν αρκετές αναφορές για πιθανή παρουσία της στο Οντάριο, ιδιαίτερα στην περιοχή του Χόκσμπερι. Το 2010 ένας άνδρας υποστήριξε ότι την είχε δει εκεί επανειλημμένα και ότι ίσως ζούσε με έναν νεότερο άνδρα. Άλλοι κάτοικοι ανέφεραν επίσης ότι είχαν δει μια γυναίκα που έμοιαζε με τη Μέριλιν. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες μαρτυρίες ήρθε χρόνια αργότερα. Σύμφωνα με έναν κάτοικο του Χόκσμπερι, ένα βράδυ του Δεκεμβρίου 2009, μία νεαρή γυναίκα χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του περίπου στις 2 τα ξημερώματα. Έκλαιγε και ζήτησε να χρησιμοποιήσει το τηλέφωνο. Φορούσε ελαφριά ρούχα παρά το κρύο και τη βροχή. Η γυναίκα έκανε ένα τηλεφώνημα και στη συνέχεια ζήτησε οδηγίες για έναν δρόμο της περιοχής. Ο άνδρας προσφέρθηκε να τη μεταφέρει, όμως εκείνη αρνήθηκε και έφυγε με τα πόδια. Μήνες αργότερα, όταν είδε φωτογραφία της Μέριλιν σε δημοσίευμα για την εξαφάνισή της, πίστεψε ότι ήταν η ίδια γυναίκα.
Η μητέρα της Μέριλιν δήλωσε ότι πιστεύει πως η γυναίκα εκείνη ήταν η κόρη της. Η οικογένεια έχει αφήσει ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο η Μέριλιν να είναι ζωντανή και να έχει δημιουργήσει μια νέα ζωή στο Οντάριο. Μέχρι το 2025, η υπόθεση παρέμενε ενεργή και η Μέριλιν Μπερζερόν εξακολουθούσε να θεωρείται αγνοούμενη. Παρά τις έρευνες, τις μαρτυρίες και τις κατά καιρούς πιθανές θεάσεις, δεν έχει υπάρξει επιβεβαιωμένη απάντηση για το τι απέγινε.
Η οικογένειά της εξακολουθεί να αναζητά την αλήθεια. Και ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της υπόθεσης παραμένει: τι ήταν αυτό που είχε συμβεί στη Μέριλιν στο Μόντρεαλ και την έκανε να φοβάται τόσο πολύ, λίγο πριν εξαφανιστεί;