Σοκαριστικές είναι οι λεπτομέρειες που συνεχίζουν να έρχονται στο φως της δημοσιότητας σχετικά με την υπόθεση του νεκρού βρέφους στην Κυψέλη, ενώ σοβαρά ερωτήματα προκαλεί το γεγονός ότι ο κρατικός και κοινωνικός μηχανισμός είχε γίνει δέκτης σχετικών ειδοποιήσεων αρκετά χρόνια πριν την τελική αποκάλυψη. Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση που εξέδωσε «Το Χαμόγελο του Παιδιού», αλλά και με βάση τα όσα αποκαλύφθηκαν στην τηλεοπτική εκπομπή LIVE NEWS, ο οργανισμός είχε λάβει ανώνυμες καταγγελίες το 2020 και το 2024, οι οποίες περιέγραφαν συνθήκες ακραίας παραμέλησης και κακοποίησης ανηλίκων που παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες με την οικογένεια της Κυψέλης.
Η πρώτη καταγγελία του 2020 και η διαβίβαση στην Εισαγγελία
Η πρώτη ειδοποίηση προς τον οργανισμό καταγράφηκε τον Απρίλιο του 2020, όταν λήφθηκε ανώνυμη αναφορά στην Εθνική Γραμμή για τα Παιδιά SOS 1056. Ο καλούντας κατήγγειλε τη διαβίωση τριών ανήλικων παιδιών -δύο αγοριών και ενός κοριτσιού- κάτω από εξαιρετικά ακατάλληλες συνθήκες. Συγκεκριμένα, στην αναφορά γινόταν λόγος για σοβαρή παραμέληση της υγιεινής των παιδιών, παραμέληση της εποπτείας τους, χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών από τους γονείς, καθώς και για οικονομική εκμετάλλευση της ανήλικης κόρης.
Όπως ορίζει το πρωτόκολλο, «Το Χαμόγελο του Παιδιού» διαβίβασε άμεσα τη συγκεκριμένη καταγγελία στην αρμόδια Εισαγγελία, καθώς οι ιδιωτικοί φορείς δεν διαθέτουν ελεγκτική ή ανακριτική δικαιοδοσία και η περαιτέρω έρευνα ανήκει αποκλειστικά στις δικαστικές και αστυνομικές αρχές. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο οργανισμός, δεν υπήρξε καμία μεταγενέστερη ενημέρωση για την πορεία της υπόθεσης ή για τις ενέργειες που τυχόν ακολούθησαν από τις αρμόδιες αρχές.
Νέα κλήση το 2024 και η αδυναμία εντοπισμού
Τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο του 2024, η γραμμή SOS 1056 έγινε ξανά δέκτης ανώνυμης κλήσης για την ίδια περιγραφή οικογένειας. Στη νέα αυτή επικοινωνία, οι καλούντες κατήγγειλαν ακόμη πιο σοβαρά περιστατικά, κάνοντας λόγο για πιθανή χρήση ουσιών από την ανήλικη κόρη, σωματική βία και κακοποίηση του κοριτσιού από τον πατέρα, καθώς και συνεχιζόμενη χρήση ουσιών από τους γονείς.
Σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, δεν δόθηκαν επαρκή στοιχεία ταυτοποίησης, όπως τα ονοματεπώνυμα των εμπλεκομένων ή η ακριβής περιοχή διαμονής. Αποτέλεσμα της έλλειψης αυτής ήταν να καταστεί ανέφικτη η διαβίβαση της αναφοράς στις αρχές για τον εντοπισμό της οικογένειας. Όπως τονίζεται στη σχετική δημοσιογραφική κάλυψη, η οικογένεια μετακινούνταν συχνά και διατηρούσε μια ιδιαίτερα κλειστή στάση, γεγονός που δυσκόλευε τη συλλογή πληροφοριών.
Με τα δεδομένα που δημοσιοποιήθηκαν μετά τη σύλληψη των δραστών στην Κυψέλη, οι αρχές και ο οργανισμός παρατηρούν ότι η σύνθεση της οικογένειας, οι ηλικίες, το φύλο των παιδιών, αλλά και το προφίλ των γονέων (Έλληνας πατέρας, αλλοδαπή μητέρα, χρήση ουσιών) παρουσιάζουν πλήρη ταύτιση με τα στοιχεία των καταγγελιών. Αν και η απόλυτη επιβεβαίωση δεν είναι δυνατή λόγω της ανωνυμίας των αρχικών αναφορών, τα στοιχεία συγκλίνουν στο ότι οι ειδοποιήσεις αφορούσαν τη συγκεκριμένη οικογένεια.
Η υπόθεση έλαβε δραματικές διαστάσεις όταν αποκαλύφθηκε πως η 15χρονη πλέον κόρη βρέθηκε έγκυος και εθισμένη στα ναρκωτικά, ενώ η σορός ενός βρέφους εντοπίστηκε κρυμμένη στην κατάψυξη μέσα σε βαλίτσα. Από το 2024 έως την αποκάλυψη της τραγωδίας δεν υπήρξε άλλη εμπλοκή του οργανισμού, ενώ οι δικαστικές αρχές διερευνούν πλέον το πλήρες εύρος των εγκληματικών πράξεων.