Έντονο προβληματισμό και αλυσιδωτές αντιδράσεις στον επιστημονικό και διοικητικό κόσμο έχει προκαλέσει η δημόσια τοποθέτηση του διακεκριμένου μετεωρολόγου Θοδωρή Κολυδά, ο οποίος προχώρησε σε μια ιδιαιτέρως καυστική παρέμβαση σχετικά με τα όσα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα στο εσωτερικό της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας.
Ο γνωστός επιστήμονας, μέσα από μια αναλυτική γραπτή τοποθέτηση που πραγματοποίησε στον προσωπικό του λογαριασμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, άφησε σαφείς και πολύ σοβαρές αιχμές για τον τρόπο λειτουργίας της υπηρεσίας, βάζοντας στο στόχαστρο τις πρόσφατες αποφάσεις και τις κατευθύνσεις που έχει επιλέξει να ακολουθήσει η παρούσα διοίκηση του κρατικού φορέα.
Παρέμβαση του κ. Κολυδά: Οι επιπτώσεις των αλλαγών στην ΕΜΥ
Ο κ. Κολυδάς, έχοντας την πολύτιμη εμπειρία του παρελθόντος καθώς έχει διατελέσει διευθυντής της ΕΜΥ, υποστηρίζει με θέρμη ότι οι διοικητικές και οργανωτικές μεταβολές που βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε πλήρη εξέλιξη, πλήττουν άμεσα και καίρια τον πυρήνα του έργου που επιτελείται καθημερινά στο Εθνικό Μετεωρολογικό Κέντρο.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, οι νέες αυτές ρυθμίσεις δεν αποτελούν ένα βήμα προόδου, αλλά αντιθέτως εγείρουν μείζονα και κρίσιμα ερωτήματα που σχετίζονται τόσο με την εγκυρότητα και την ποιότητα των καθημερινών προγνώσεων, όσο και με τη συνολική επιχειρησιακή επάρκεια και ετοιμότητα που οφείλει να επιδεικνύει η υπηρεσία απέναντι στους πολίτες και τους κρατικούς φορείς.
Διαβάστε επίσης: Κόκκινος συναγερμός: Ο φονικός καύσωνας της Ευρώπης έρχεται και στην Ελλάδα – Πότε θα «σπάσει» ρεκόρ η θερμοκρασία και πού θα χτυπήσει!
Αναλυτικά η ανάρτησή του που είχε τίτλο «Να το κλείσουμε το μαγαζί;»
«Η απόφαση της διοίκησης της ΕΜΥ να αποδυναμώσει το Εθνικό Μετεωρολογικό Κέντρο δεν είναι μια απλή εσωτερική υπηρεσιακή μεταβολή. Είναι μια επιλογή με σοβαρές συνέπειες για την επιχειρησιακή πρόγνωση, την έγκαιρη προειδοποίηση και τελικά για την ίδια την αξιοπιστία της χώρας απέναντι στα καιρικά φαινόμενα.
Όταν μετακινείται έμπειρο προσωπικό από το ΕΜΚ σε άλλες υπηρεσίες, όταν οι βάρδιες λειτουργούν οριακά, όταν περιορίζονται βασικά προγνωστικά προϊόντα και όταν κρίσιμες παρατηρήσεις δεν διασφαλίζονται, τότε δεν μιλάμε για «αναδιοργάνωση». Μιλάμε για υποβάθμιση.
Από χθες, η γενική πρόγνωση της ΕΜΥ περιορίζεται ουσιαστικά στο επόμενο τριήμερο, ενώ μέχρι σήμερα υπήρχε η δυνατότητα επίσημης τάσης για τις επόμενες επτά ημέρες. Μπορεί κάποιοι να ισχυριστούν ότι το κείμενο ήταν μεγάλο ή δύσχρηστο. Αυτό όμως δεν αποτελεί σοβαρή δικαιολογία για την περικοπή του. Αν ένα προϊόν χρειάζεται βελτίωση, το βελτιώνεις. Δεν το καταργείς.
Η επταήμερη πρόγνωση της ΕΜΥ δεν ήταν απλώς μια παράγραφος στην ιστοσελίδα. Ήταν θεσμικό σημείο αναφοράς. Λειτουργούσε ως επίσημο αντίβαρο στις υπερβολές, στους αυθαίρετους τίτλους περί καυσώνων και καταστροφών, και στις παράταιρες φωνές που συχνά κυριαρχούν στον δημόσιο λόγο για τον καιρό. Η απουσία της αφήνει κενό. Και το κενό αυτό θα καλυφθεί από μη θεσμικές, συχνά υπερβολικές ή αποσπασματικές εκτιμήσεις.
Η πρόγνωση επτά ημερών πρέπει να επανέλθει άμεσα. Εάν το ΕΜΚ, λόγω των αποφάσεων της διοίκησής του, δεν έχει πλέον την απαιτούμενη στελέχωση για να την υποστηρίξει πλήρως, τότε υπάρχει λύση: να εξεταστεί η ανάθεση της σύνταξης της επταήμερης πρόγνωσης του καιρού στο ΠΜΚ/ΑΤΑ ή στο Περιφερειακό Μετεωρολογικό Κέντρο Μακεδονίας στη Θεσσαλονίκη, καθώς κάτι τέτοιο το επιτρέπει το θεσμικό πλαίσιο (ΠΔ. 161/97). Το τελικό κείμενο μπορεί να περνά από έλεγχο της Διεύθυνσης του ΕΜΚ, ώστε να υπάρχει ενιαία επιχειρησιακή γραμμή.
Το πρόβλημα όμως είναι βαθύτερο. Δεν αφορά μόνο ένα κείμενο πρόγνωσης. Αφορά τη συνολική επιχειρησιακή ικανότητα της ΕΜΥ. Υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις σε ραδιοβολίδες. Δηλαδή στο βασικό εργαλείο μέτρησης της ανώτερης ατμόσφαιρας όπως ανέφερα και πριν λίγες ημέρες. Σε μια ισχυρή κακοκαιρία ή σε έναν σοβαρό καύσωνα, είναι αδιανόητο η χώρα να κινδυνεύει να μη διαθέτει κρίσιμες μετρήσεις επειδή δεν υπήρξε έγκαιρη προμήθεια. Χωρίς ραδιοβολίσεις, η ανάλυση της ατμόσφαιρας αποδυναμώνεται. Και όταν αποδυναμώνεται η ανάλυση, αποδυναμώνεται και η πρόγνωση.
Και υπάρχει και ένα ακόμη ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί δημόσια: πόσοι από τους μετεωρολογικούς σταθμούς που εγκαταστάθηκαν τελευταία λειτουργούν πραγματικά και πόσοι απλώς υπάρχουν στα χαρτιά; Πόσοι δίνουν αξιόπιστα δεδομένα σε πραγματικό χρόνο; Πόσοι συντηρούνται; Πόσοι έχουν πιστοποιημένη λειτουργία; Πόσοι αξιοποιούνται επιχειρησιακά από την ΕΜΥ; Διότι δεν αρκεί να ανακοινώνουμε εγκαταστάσεις σταθμών.
Η ουσία είναι αν οι σταθμοί αυτοί λειτουργούν, αν μεταδίδουν, αν ελέγχονται ποιοτικά και αν εντάσσονται σε ένα σοβαρό εθνικό δίκτυο παρατηρήσεων. Η μετεωρολογία δεν γίνεται με δελτία Τύπου. Γίνεται με ανθρώπους, όργανα, μετρήσεις, συντήρηση, επιχειρησιακή εμπειρία και επιστημονική ευθύνη.
Δεν μπορεί επίσης μια επιχειρησιακή βάρδια πέντε ατόμων να λειτουργεί υποστελεχωμένη. Και αυτό δεν είναι τυπικό θέμα. Είναι θέμα ασφάλειας. Είναι θέμα ευθύνης. Είναι θέμα προστασίας της ανθρώπινης ζωής, της περιουσίας και της αξιοπιστίας της Πολιτείας. Δεν γίνεται να μιλάμε συνεχώς για πολιτική προστασία και έγκαιρη προειδοποίηση, ενώ την ίδια ώρα αποδυναμώνουμε τον βασικό φορέα που στηρίζει αυτή την προειδοποίηση.
Ο αρμόδιος υπουργός πρέπει να παρέμβει άμεσα. Να ζητήσει πλήρη εικόνα για τη στελέχωση του ΕΜΚ. Να ζητήσει στοιχεία για τις ραδιοβολίσεις. Να ζητήσει κατάσταση λειτουργίας του δικτύου σταθμών. Να απαιτήσει την επαναφορά της επταήμερης πρόγνωσης. Και κυρίως να ξεκαθαρίσει αν η πολιτική επιλογή είναι η ενίσχυση ή η σταδιακή απαξίωση της ΕΜΥ. Διότι αν συνεχιστεί αυτή η πορεία, τότε το ερώτημα δεν είναι υπερβολικό: Θέλουμε πραγματικά μια ισχυρή Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία ή να το κλείσουμε το “μαγαζί”»
Στο επίκεντρο της κριτικής του έμπειρου μετεωρολόγου βρίσκονται τα διαχρονικά αλλά και τα νέα προβλήματα που ταλανίζουν τον οργανισμό, με κυριότερα τις σοβαρές ελλείψεις που παρατηρούνται σε υλικοτεχνικά μέσα, σύγχρονο εξοπλισμό αλλά και σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Παράλληλα, ο ίδιος εστιάζει με ιδιαίτερη έμφαση στην πρόσφατη απόφαση για την οριστική κατάργηση της θεσμοθετημένης επταήμερης πρόγνωσης του καιρού.
Όπως υπογραμμίζει χαρακτηριστικά στην ανάρτησή του, οι συγκεκριμένες στρατηγικές επιλογές και οι περικοπές στην πληροφόρηση δεν είναι ανώδυνες, καθώς δημιουργούν επικίνδυνα λειτουργικά κενά. Τα κενά αυτά, όπως προειδοποιεί, ενδέχεται να έχουν ευρύτερες και απρόβλεπτες επιπτώσεις στον κρατικό μηχανισμό, δυσχεραίνοντας σημαντικά τη σωστή προετοιμασία, τον σχεδιασμό και τη συνολική διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από την εκδήλωση έντονων και επικίνδυνων καιρικών φαινομένων στη χώρα.