Απάτη δίχως τέλος: Από το εμπόριο προσωπικών δεδομένων στο αλουμινοχάρτο με τα χρυσαφικά, πως μας γνωρίζουν προσωπικά οι κλέφτες

Η λεία της απάτης στο όνομα του ΔΕΔΔΗΕ τα ...

Απάτη δίχως τέλος: Από το εμπόριο προσωπικών δεδομένων στο αλουμινοχάρτο με τα χρυσαφικά, πως μας γνωρίζουν προσωπικά οι κλέφτες

Η λεία της απάτης στο όνομα του ΔΕΔΔΗΕ τα τελευταία χρόνια άγγίζει πολλά εκατομμύρια ευρώ. Πως έχει πάρει αυτές τις διαστάσεις; Η εξέλιξη του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα έχει περάσει σε ένα στάδιο όπου η ψηφιακή εισβολή συναντά τη φυσική παρουσία, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά επικίνδυνο μείγμα για τους ανυποψίαστους πολίτες. Η πρόσφατη έξαρση των απατών με δράστες που προσποιούνται υπαλλήλους του ΔΕΔΔΗΕ δεν αποτελεί μια τυχαία εγκληματική ενέργεια, αλλά το αποτέλεσμα μιας καλά οργανωμένης στρατηγικής που βασίζεται στη συλλογή δεδομένων, στην ψυχολογική χειραγώγηση και στην εμπιστοσύνη που τρέφει ο μέσος πολίτης προς τις δημόσιες υπηρεσίες.

Η συλλογή και το εμπόριο προσωπικών δεδομένων

Το ερώτημα που απασχολεί έντονα την κοινή γνώμη είναι το πώς ακριβώς φτάνουν αυτοί οι επιτήδειοι να γνωρίζουν το ονοματεπώνυμο, τη διεύθυνση και κάποιες φορές λεπτομέρειες για το σπίτι ενός θύματος πριν καν εμφανιστούν στην πόρτα του. Η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά συνδυάζει την ψηφιακή εποχή με παραδοσιακές μεθόδους. Στη βάση της πυραμίδας βρίσκεται το εμπόριο προσωπικών δεδομένων.

Δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει πάντα ένας έμμισθος πληροφοριοδότης μέσα σε ένα call center, αν και σε κάποιες περιπτώσεις διαρροών από εταιρικές βάσεις δεδομένων αυτό δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς. Πιο συχνά, οι δράστες προμηθεύονται μαζικά λίστες από το σκοτεινό διαδίκτυο ή από “data brokers”, δηλαδή εταιρείες ή άτομα που συλλέγουν και πωλούν πληροφορίες προερχόμενες από διαρροές, παλαιές δημόσιες εγγραφές, ή ακόμα και από μη ασφαλείς βάσεις δεδομένων ηλεκτρονικών καταστημάτων. Όταν ένας κατάλογος με χιλιάδες ονόματα, διευθύνσεις και τηλέφωνα ηλικιωμένων ατόμων βγαίνει προς πώληση, οι απατεώνες έχουν ήδη στα χέρια τους έναν έτοιμο οδικό χάρτη για τη δράση τους.

Η τέχνη της κοινωνικής μηχανικής (social engineering) στο κατώφλι του θύματος

Η διαδικασία της “κοινωνικής μηχανικής” που εφαρμόζουν είναι εκείνη που μετατρέπει τα δεδομένα αυτά σε όπλο. Πριν την εμφάνιση των δραστών στο σπίτι, προηγείται συχνά μια τηλεφωνική επικοινωνία. Οι δράστες χρησιμοποιούν το πρόσχημα μιας τεχνικής βλάβης, μιας επικείμενης διακοπής ή μιας ανάγκης για “επιβεβαίωση” των στοιχείων του μετρητή. Κατά τη διάρκεια αυτής της κλήσης, αν τους λείπει κάποιο στοιχείο, το εκμαιεύουν από το ίδιο το θύμα, το οποίο νομίζοντας ότι μιλά με επίσημο φορέα, αποκαλύπτει πρόθυμα τον όροφο, τον αριθμό μετρητή ή ακόμα και την παρουσία άλλων ατόμων στο σπίτι.

Έτσι, όταν το άτομο εμφανίζεται στο κατώφλι φορώντας τον κατάλληλο εξοπλισμό, το θύμα δεν βλέπει έναν άγνωστο, αλλά έναν επαγγελματία που έρχεται να επιλύσει ένα πρόβλημα που μόλις “επιβεβαιώθηκε” τηλεφωνικά. Η γνώση του ονόματος του θύματος είναι το καθοριστικό στοιχείο που κάμπτει τις αντιστάσεις. Όταν ο δράστης απευθύνεται στο υποψήφιο θύμα με το όνομά του, δημιουργείται μια τεχνητή οικειότητα και ένα αίσθημα νομιμότητας που είναι εξαιρετικά δύσκολο να διαπεράσει κάποιος που έχει μεγαλώσει με την ιδέα του σεβασμού προς τους δημόσιους λειτουργούς.

Η αδράνεια των κρατικών μηχανισμών

Η αδράνεια των κρατικών μηχανισμών μπροστά σε αυτό το οργανωμένο έγκλημα αποτελεί ένα πεδίο έντονης κοινωνικής κριτικής, καθώς η αντιμετώπιση του φαινομένου μοιάζει συχνά να κινείται σε αργούς ρυθμούς, αδυνατώντας να ανακόψει τη δράση των κυκλωμάτων. Παρά τις κατά καιρούς εξαρθρώσεις εγκληματικών οργανώσεων, η αστυνομία αντιμετωπίζει αντικειμενικές δυσκολίες, καθώς οι δράστες χρησιμοποιούν διαρκώς μεταβαλλόμενες μεθόδους, όπως τη χρήση “τηλεφώνων μιας χρήσης” (burner phones) και οχημάτων που ανήκουν σε τρίτα πρόσωπα, καθιστώντας τον εντοπισμό τους εξαιρετικά δύσκολο.

Επιπλέον, το νομοθετικό πλαίσιο σε συνδυασμό με την περιορισμένη παρουσία της αστυνομίας σε συγκεκριμένες γειτονιές όπου δραστηριοποιούνται αυτά τα κυκλώματα, δημιουργεί μια αίσθηση ατιμωρησίας. Οι πολίτες νιώθουν συχνά απροστάτευτοι, καθώς η ανταπόκριση των αρχών στην πρόληψη τέτοιων περιστατικών κρίνεται ανεπαρκής, με τις δράσεις της αστυνομίας να περιορίζονται κυρίως στην καταγραφή των γεγονότων μετά την τέλεση του εγκλήματος, αντί για μια ουσιαστική θωράκιση των υποψήφιων θυμάτων.

Από την πλευρά της, η κυβέρνηση δέχεται επικρίσεις για την έλλειψη ολοκληρωμένων στρατηγικών ενημέρωσης και θωράκισης των ευάλωτων ομάδων, όπως οι ηλικιωμένοι, που αποτελούν το κύριο θύμα της απάτης με τον ΔΕΔΔΗΕ. Ενώ έχουν πραγματοποιηθεί ενημερωτικές καμπάνιες, αυτές συχνά δεν φτάνουν στοχευμένα στους ανθρώπους που κινδυνεύουν περισσότερο, ενώ η ψηφιακή προστασία των προσωπικών δεδομένων παραμένει χαλαρή, επιτρέποντας στους επιτήδειους να αντλούν πληροφορίες με ευκολία. Η πολιτική ηγεσία, εστιάζοντας συχνά σε επικοινωνιακές λύσεις, δεν έχει καταφέρει να επιβάλει αυστηρότερα μέτρα ελέγχου στους “data brokers” και στις πλατφόρμες που διευκολύνουν τη διαρροή δεδομένων, αφήνοντας ουσιαστικά το πρόβλημα να διογκώνεται.

Η διαδρομή της λείας – Που καταλήγουν τα κλεμμένα είτε βρεθούν είτε όχι

Σχετικά με τη “λεία” των δραστών, η κατάληξή της παραμένει ένα από τα πιο σκοτεινά σημεία αυτών των υποθέσεων. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που οι αρχές καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν συλλήψεις, η ανεύρεση των χρημάτων αποδεικνύεται σχεδόν ακατόρθωτη. Το μεγαλύτερο μέρος των μετρητών “ξεπλένεται” άμεσα μέσω αγορών πολυτελών αντικειμένων, όπως κοσμημάτων και χρυσού, τα οποία είναι εξαιρετικά δύσκολο να ιχνηλατηθούν μετά τη μεταπώλησή τους σε τρίτους. Επιπλέον, μεγάλα χρηματικά ποσά διοχετεύονται σε παράνομο τζόγο, σε αγορές μεταχειρισμένων οχημάτων υψηλού κυβισμού που καταχωρούνται σε αχυρανθρώπους, ή επανεπενδύονται σε νέες εγκληματικές δραστηριότητες.

Όταν η αστυνομία καταφέρνει να εντοπίσει και να κατασχέσει χρυσαφικά κατά τη διάρκεια εξάρθρωσης εγκληματικών οργανώσεων ή έρευνας σε οικίες και οχήματα υπόπτων, η τύχη τους ακολουθεί μια αυστηρά καθορισμένη νομική διαδικασία που διαφέρει σημαντικά από τη διαδρομή του “ξεπλύματος” που περιγράψαμε προηγουμένως.
Στην περίπτωση της κατάσχεσης, τα αντικείμενα αυτά χαρακτηρίζονται ως πειστήρια του εγκλήματος. Η διαδικασία που ακολουθείται είναι η εξής:

Κατάσχεση και φύλαξη: Τα χρυσαφικά μεταφέρονται στις αποθήκες της αστυνομίας ή στα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα που χειρίζονται την υπόθεση. Εκεί, καταγράφονται αναλυτικά, φωτογραφίζονται και σφραγίζονται σε ειδικούς φακέλους. Αν υπάρχουν χαρακτηριστικά που επιτρέπουν την ταυτοποίησή τους (π.χ. ιδιαίτερο σχέδιο, χάραγμα), γίνεται προσπάθεια να συνδεθούν με συγκεκριμένες δικογραφίες και καταγγελίες θυμάτων.

Η διαδικασία αναγνώρισης: Η αστυνομία καλεί τα θύματα που έχουν δηλώσει κλοπή να προσέλθουν για την αναγνώριση των αντικειμένων τους. Αυτό το στάδιο είναι συχνά το πιο δύσκολο, καθώς οι δράστες έχουν ανακατέψει κοσμήματα από δεκάδες διαφορετικά σπίτια, και τα θύματα δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν με βεβαιότητα τα δικά τους ανάμεσα σε δεκάδες παρόμοια αντικείμενα, εκτός αν υπάρχουν φωτογραφίες ή λεπτομερείς περιγραφές από την εποχή που τα κατείχαν.

Δέσμευση από τη δικαιοσύνη: Όσο εκκρεμεί η δικαστική διαδικασία, τα χρυσαφικά παραμένουν δεσμευμένα. Αν η δικαιοσύνη αποφανθεί ότι τα αντικείμενα ανήκουν στα θύματα, τότε αυτά επιστρέφονται στους νόμιμους ιδιοκτήτες τους, αφού ολοκληρωθεί η προβλεπόμενη γραφειοκρατία.

Αδιάθετα αντικείμενα: Αν τα χρυσαφικά δεν καταστεί δυνατόν να αποδοθούν σε κάποιο θύμα -διότι είτε δεν βρέθηκε ο ιδιοκτήτης τους είτε δεν υπάρχουν στοιχεία που να συνδέουν τα αντικείμενα με συγκεκριμένη καταγγελία- τότε παραμένουν στα αρχεία της δικαιοσύνης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Μετά την οριστική έκδοση δικαστικής απόφασης και εφόσον τα αντικείμενα δεν διεκδικηθούν ή δεν συνδεθούν με κανένα αδίκημα, η τύχη τους καθορίζεται από τον νόμο. Σε πολλές περιπτώσεις, τέτοια αντικείμενα, εφόσον κριθούν προϊόντα εγκλήματος και δεν αποδοθούν, μπορεί να εκποιηθούν μέσω δημόσιων πλειστηριασμών ή άλλων διαδικασιών που προβλέπει το κράτος για τη διαχείριση κατασχεθέντων ειδών, με τα έσοδα να καταλήγουν στο δημόσιο ταμείο.