Το ράλι των τελευταίων ημερών στην τιμή του φυσικού αερίου στην Ευρώπη αρχίζει να ξυπνά μνήμες από την ενεργειακή κρίση του 2022, καθώς το κόστος κινήθηκε προσωρινά χθες πάνω από τα 70 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Πρόκειται για επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από τις αρχές του 2023, με την άνοδο να εντείνει την ανησυχία για την πορεία των τιμών ενόψει του χειμώνα και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Οι χαμηλές αποθήκες ανεβάζουν την πίεση
Ένας από τους βασικούς παράγοντες πίσω από τη νέα άνοδο είναι η ανεπαρκής αναπλήρωση των ευρωπαϊκών αποθεμάτων φυσικού αερίου κατά τους προηγούμενους μήνες. Οι αποθήκες της Ευρώπης βρίσκονται σήμερα περίπου στο 65%, ποσοστό που υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να είναι αισθητά υψηλότερο. Η χαμηλότερη αφετηρία δημιουργεί μεγαλύτερη πίεση στην αγορά, καθώς η ήπειρος καλείται να καλύψει τις ανάγκες της ενόψει της περιόδου αυξημένης κατανάλωσης.
Ο ανταγωνισμός Ευρώπης και Ασίας για το LNG
Την ίδια ώρα, η κατάσταση στην αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) περιπλέκεται από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Σε αντίθεση με την αγορά πετρελαίου, από τα Στενά του Ορμούζ περνούν σχετικά περιορισμένες ποσότητες LNG, με αποτέλεσμα οι διαθέσιμες ποσότητες που φτάνουν στην Ευρώπη να έχουν μειωθεί περίπου κατά 5%. Στην Ασία, ωστόσο, οι συνθήκες είναι ακόμη πιο δύσκολες, αυξάνοντας τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις δύο ηπείρους για την εξασφάλιση των απαραίτητων φορτίων.
Οι τιμές θυμίζουν το 2022
Όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν, η αντιπαράθεση Ευρώπης και Ασίας για τα φορτία LNG λειτουργεί ως καταλύτης για την άνοδο των τιμών. Η Ευρώπη μπορεί να εξασφαλίσει τις ποσότητες που χρειάζεται, όμως πλέον καλείται να πληρώσει ολοένα υψηλότερα ποσά, τα οποία αρχίζουν να παραπέμπουν στις συνθήκες της ενεργειακής κρίσης του 2022. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται στην τελική φάση πριν από την πλήρη απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου, εξέλιξη που προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας στην αγορά.
Αντίστροφα τα δεδομένα στην αγορά
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αλλαγή της παραδοσιακής λειτουργίας της αγοράς. Κανονικά, οι εισαγωγείς επιδιώκουν χαμηλότερες τιμές κατά τους θερινούς μήνες, ώστε να αποθηκεύουν φυσικό αέριο και να το διαθέτουν τον χειμώνα, όταν η ζήτηση και οι τιμές αυξάνονται. Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική, καθώς οι τιμές έχουν παραμείνει υψηλές, περιορίζοντας το οικονομικό κίνητρο για την αποθήκευση των ποσοτήτων που χρειάζεται η Ευρώπη. Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά αποκλειστικά τον φετινό χειμώνα. Ακόμη και σε περίπτωση ομαλής εξέλιξης της περιόδου, οι αποθήκες ξεκινούν από χαμηλότερο επίπεδο, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο να φτάσουν στο τέλος του χειμώνα εξίσου χαμηλά ή ακόμη χαμηλότερα σε σχέση με πέρυσι. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να μεταφέρει την πίεση και στην επόμενη χρονιά.
Οι προβλέψεις για τα 100 ευρώ
Ήδη ορισμένοι αναλυτές προειδοποιούν ότι η τιμή του φυσικού αερίου θα μπορούσε να κινηθεί ακόμη υψηλότερα, φτάνοντας ακόμη και τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Άλλοι ειδικοί, πάντως, εμφανίζονται περισσότερο καθησυχαστικοί, εκτιμώντας ότι οι ευρωπαϊκές εταιρείες έχουν ήδη προεξοφλήσει το σενάριο ενός ήπιου χειμώνα και πως μέρος της αγοράς έχει λειτουργήσει με έναν βαθμό εφησυχασμού. Παράλληλα, η άνοδος του φυσικού αερίου επηρεάζει άμεσα και την αγορά ηλεκτρισμού. Πρόσφατα στοιχεία από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη έδειξαν ότι, με την τιμή του αερίου στα 70 ευρώ, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα γίνεται πιο ανταγωνιστική. Αυτό σημαίνει ότι οι λιγνιτικές μονάδες της ευρύτερης περιοχής ενδέχεται το επόμενο διάστημα να αυξήσουν την παραγωγή τους, σε βάρος των μονάδων φυσικού αερίου.