Αυξήσεις μισθών από το 2027: Ποιοι εργαζόμενοι παίρνουν έως 10%

Το 2027 αναμένεται να αποτελέσει μια σημαν...

Αυξήσεις μισθών από το 2027: Ποιοι εργαζόμενοι παίρνουν έως 10%

Το 2027 αναμένεται να αποτελέσει μια σημαντική χρονιά για τις αποδοχές χιλιάδων εργαζομένων, καθώς πέρα από την προγραμματισμένη αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού την 1η Απριλίου, θα αρχίσει να αποτυπώνεται στην πράξη και η επαναφορά των τριετιών. Πρόκειται ουσιαστικά για μια δεύτερη πηγή αύξησης εισοδήματος, η οποία αφορά κυρίως εργαζομένους που ξεκίνησαν να συγκεντρώνουν προϋπηρεσία από τη στιγμή που ενεργοποιήθηκε εκ νέου ο μηχανισμός των μισθολογικών ωριμάνσεων.

Ξεμπλοκάρουν οι τριετίες

Η αντίστροφη μέτρηση για τις τριετίες ξεκίνησε την 1η Ιανουαρίου 2024, όταν τέθηκε ξανά σε ισχύ ο μηχανισμός που είχε παραμείνει «παγωμένος» για σχεδόν 12 χρόνια. Οι εργαζόμενοι που δεν διέθεταν αναγνωρισμένη προϋπηρεσία πριν από το πάγωμα άρχισαν από τότε να χτίζουν εκ νέου τον απαιτούμενο χρόνο. Έτσι, μέσα στο 2027, όσοι συμπληρώνουν την πρώτη τριετία θα μπορούν να λάβουν προσαύξηση 10%, εφόσον αμείβονται με τον κατώτατο μισθό.

Για τους υπαλλήλους, κάθε συμπληρωμένη τριετία προβλέπει προσαύξηση 10% επί του κατώτατου μισθού, ενώ συνολικά μπορούν να αναγνωριστούν έως τρεις τριετίες. Αυτό σημαίνει ότι η προσαύξηση λόγω προϋπηρεσίας μπορεί να φτάσει συνολικά το 30%. Με βάση τον σημερινό κατώτατο μισθό των 920 ευρώ, μια πρώτη τριετία αντιστοιχεί θεωρητικά σε επιπλέον 92 ευρώ τον μήνα, ανεβάζοντας τις μεικτές αποδοχές στα 1.012 ευρώ. Ωστόσο, το ποσό αυτό αποτελεί απλώς παράδειγμα με τα σημερινά δεδομένα, καθώς ο κατώτατος μισθός αναμένεται να έχει αυξηθεί έως το 2027.

Πόσα μπορεί να είναι τα νέα ποσά

Το τελικό όφελος από την πρώτη τριετία θα εξαρτηθεί επομένως από το ύψος στο οποίο θα διαμορφωθεί ο κατώτατος μισθός τον Απρίλιο του 2027. Ο κυβερνητικός σχεδιασμός έχει θέσει ως στόχο την αύξησή του από τα σημερινά 920 ευρώ στα 950 ευρώ, χωρίς όμως να αποκλείεται διαφορετικό τελικό ποσό. Η απόφαση θα ληφθεί με βάση τα οικονομικά δεδομένα της περιόδου, όπως η πορεία της ανάπτυξης και του πληθωρισμού, αλλά και τις γενικότερες συνθήκες που θα επικρατούν τότε. Εάν ο κατώτατος φτάσει τα 950 ευρώ, εργαζόμενος με μία τριετία και προσαύξηση 10% θα λαμβάνει 1.045 ευρώ μεικτά. Εάν διαμορφωθεί στα 960 ευρώ, οι αντίστοιχες μεικτές αποδοχές θα ανέρχονται στα 1.056 ευρώ.

Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί για συγκεκριμένη κατηγορία εργαζομένων μια διπλή δυνατότητα αύξησης μέσα στο 2027. Από τη μία πλευρά θα υπάρχει η γενική αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού και από την άλλη η πρόσθετη προσαύξηση που προκύπτει από τη συμπλήρωση της τριετίας. Διαφορετικό είναι το καθεστώς για όσους είχαν ήδη αναγνωρισμένη προϋπηρεσία πριν από τις 14 Φεβρουαρίου 2012, όταν οι μισθολογικές ωριμάνσεις τέθηκαν σε αναστολή. Ο χρόνος που είχαν ήδη συγκεντρώσει δεν διαγράφηκε. Από την 1η Ιανουαρίου 2024 το «ρολόι» άρχισε να μετρά ξανά από το σημείο στο οποίο είχε σταματήσει, προκειμένου να συμπληρωθεί ο χρόνος για την επόμενη μισθολογική ωρίμανση. Και σε αυτή την περίπτωση, το ανώτατο όριο παραμένει στις τρεις τριετίες, με συνολική προσαύξηση έως 30%.

Από το 2028 ο νέος τρόπος υπολογισμού

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το γεγονός ότι το 2027 αναμένεται να είναι η τελευταία χρονιά κατά την οποία η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού θα πραγματοποιηθεί με το σημερινό μοντέλο. Από το 2028 προβλέπεται να τεθεί σε εφαρμογή ένας νέος, περισσότερο αυτοματοποιημένος μηχανισμός, ο οποίος θα περιορίζει τη διακριτική ευχέρεια της εκάστοτε κυβέρνησης και θα συνδέει την ετήσια μεταβολή του κατώτατου μισθού και του ημερομισθίου με συγκεκριμένα οικονομικά δεδομένα. Ο συντελεστής αναπροσαρμογής θα προκύπτει από δύο βασικές παραμέτρους: τον ετήσιο πληθωρισμό που αφορά το χαμηλότερο 20% των νοικοκυριών και το 50% της ετήσιας μεταβολής της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων.

Για τον υπολογισμό του πληθωρισμού θα λαμβάνεται υπόψη η μεταβολή από την 1η Ιουλίου του προηγούμενου έτους έως και τις 30 Ιουνίου του τρέχοντος, ενώ στο σκέλος της αγοραστικής δύναμης θα χρησιμοποιείται ο γενικός δείκτης μισθών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Ωστόσο, παραμένει μια σημαντική εκκρεμότητα, καθώς ο συγκεκριμένος δείκτης μισθών αναμένεται εδώ και χρόνια και έχει συνδεθεί μεταξύ άλλων με τον τρόπο υπολογισμού των αυξήσεων στις ασφαλιστικές εισφορές των ελεύθερων επαγγελματιών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, η εφαρμογή του νέου συστήματος θα μπορούσε να οδηγήσει σε υψηλότερες αναπροσαρμογές σε σχέση με ένα μοντέλο που βασίζεται αποκλειστικά στον πληθωρισμό. Για τον λόγο αυτό, η ολοκλήρωση και η λειτουργία του δείκτη αποτελεί βασική προϋπόθεση για την πλήρη μετάβαση στο νέο καθεστώς από το 2028.